Συντροφιά μου

Σαν μια ηλιαχτίδα στο παράθυρο

μοιάζουν καμιά φορά οι στιγμές

χαϊδεύουν τη σκέψη για το αύριο

αποδιώχνουν τις σκιές

*

Στο πρόσωπό σου το ζεστό χαμμόγελο

στα χείλη σου η ανάγκη μου γι’ αγάπη

στα μάτια σου ο κόσμος ολάκερος

στα χέρια σου το τρυφερό άγγιγμά σου

*

Μιλούν στην καρδιά σαν προσευχή

φέρνουν τον ήλιο, σταματούν τη βροχή

ο ουρανός γεμίζει μ’ αστέρια ξανά

κι αυτά τραγουδάνε στα σκοτεινά

*

Μα ποιός ουρανός, ποιός ήλιος, ποιό φεγγάρι

κανένας δε φωτίζει τόσο την ψυχή

όσο της ζεστής φωνής σου ο γλυκός ψίθυρος

που λέει τ’ όνομά μου

Advertisements

Ζεστασιά τελικά

Κι αν ο ρυθμός της ζωής τρέχει ολοένα και πιο γρήγορα,

κι αν ο χρόνος μοιάζει να περνά βασανιστικά αργά,

η καρδιά αντέχει στα άγρια και στα ήμερα

κι όλος ο πόνος της ύπαρξής μας φεύγει μπροστά στα γλυκά δειλινά.

Η κατάρα του να ζούμε χώρια μπορεί να μας φέρει σιμά

μέσα απ’ της μοναξιάς την ανάγκη για συντροφιά,

θα μπορούσα ποτέ να μιλήσω σκληρά

σ’εκείνον κι εκείνη που μου γνέφουν τρυφερά;

Όλα τα άυριο,τα εύχομαι και τα γιατί

περνούν μπροστά απ’τα μάτια μου,του εγωισμού μουσική,

μα τι όμορφα που είναι των ανθρώπων τα έργα

σαν ξεχνούν όλων των θέλω την περίεργη έχθρα.

Μια εικόνα ζεστή

με γεμίζει χαμόγελο,

χίλιες λέξεις κι αν βρεις

δεν μπορείς να περιγράψεις το πιο όμορφο όνειρο.

Και όπως πάντα και λίγη μουσική από τον Παύλο Σιδηρόπουλο: «Να μ’αγαπας»

Όπως λέει τόσο όμορφα και απλά το παραπάνω τραγούδι, να μ’αγαπάς, εμένα που δεν με ξέρεις,που δεν με συνάντησες,δε μου μίλησες,δε με κράτησες. Να μ’αγαπάς,κι εγώ θα νιώσω τη ζεστασιά του κόσμου μέσα απ’αυτή σου τη γλυκιά και τρυφερή αγάπη.

Θα μαι κοντά σου

Ξύπνησα μες τον ύπνο μου
κι άκουσα δυο φωνές.
Η μια μου είπε ξέχνα την
κι πάψε πια να κλαις.
Μα η άλλη ήταν η δική σου
μες απ` του ύπνου του εφιάλτη τις γραμμές.
Μου λεγε αγάπη μου κοιμήσου
Θα μαι κοντά σου όταν με θες…

Τα χρόνια είναι αμέτρητα
μα είν` η ζωή μικρή.
Συνήθισα να σ` αγαπώ
συνήθισες κι εσύ.
Μα είναι τα χρόνια ένα δοχείο
ένα φθηνό ξενοδοχείο για δυο στιγμές.
Για να χωράει κάπου ο πόνος
τις νύχτες όταν μένω μόνος.
Τις σιωπές μου να μετράω
να σε θυμάμαι όταν πονάω να μου λες
Θα μαι κοντά σου όταν με θες…

Το παραμύθι τέλειωσε
κι αρχίζει η ζωή.
Αχ να ταν η αλήθεια σου
σαν ψέμα αληθινή.
Τι να την κάνω τη ζωή μου
στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί.
Να παραμυθιαστεί η ψυχή μου,
να σε πιστέψει πάλι από την αρχή.
Να σε πιστεύει όταν μ` αγγίζεις,
τις νύχτες όταν ψιθυρίζεις όταν λες
Θα μαι κοντά σου όταν με θες.

Από το δίσκο με τίτλο «Ανεμοδείκτης»

Γιατί

Μια φωνή που σπάει,

η καρδιά που τρέχει,

όνειρα μετράει

και το τώρα αντέχει.

Η σιωπή του κόσμου,

η κραυγή του μόνου,

σα φωτογραφία θολή

μες το ψέμα, στη βροχή.

Κοίταξέ με, πως με φόβο σε κοιτώ,

νιώσε την ανάγκη μου να ζήσω,

πρόσεξέ με, από δίπλα σου περνώ,

άπλωσε τα χέρια την ψυχή μου για να αφήσω.

Πες μου τι ζητάω, μια στιγμή μονάχα

δες τι κουβαλάω,τι εύχομαι να ‘χα.

Μέσα στη σκιά, το χαρτί νωπό

τα μάτια μου υγρά

τώρα φεύγω δίχως ουρανό.

Poverty (= φτώχεια)

Any of us could be born there. It’s strange how a comfortable life can be such a contrast to a life with no food and misery. I could be there right now, dying. In other parts of the world, I’d probably be murdered. It’s crazy.

Οποιοσδήποτε από  μας θα μπορούσε να χει γεννηθεί εκεί. είναι παράξενο  πώς μια άνετη ζωή  είναι  τόσο αντίθετη μιας ζωής δίχως φαΐ και μιζέριας. Θα μπορούσα να βρίσκομαι εκεί  αυτή τη στιγμή, να πεθαίνω. Σε άλλα μέρη του κόσμου θα σκοτωνόμουν. Είναι τρελό.

Εμένα που με βλέπεις

Εμένα που με βλέπεις

έκανα τα πάντα

ζούσα κάθε στιγμή πιο ψηλά

αφουγκραζόμουν τις σιωπές των ανθρώπων

τις ισχνές σκιές τους να προσπαθούν να διακρίνουν τη δική μου σκιά.

Κρατούσα σφιχτά τον ουρανό στα μάτια μου

δεν έβλεπαν το ήταν

ούτε το μέλλον, ούτε το παρόν

μονάχα το απόμακρο όνειρο του κόσμου,

την ανάγκη του όλου

και το είναι του τίποτα.

Τα λόγια ήταν πράξεις και οι σκέψεις λόγια

μα έκανε πολύ  φασαρία εκεί έξω

τοσο αβάσταχτη,μου κομμάτιαζε την ψυχή.

Έτρεξα φοβισμένος και κλείστηκα μέσα μου,

για να ηρεμήσω…

Πως ήταν ο κόσμος μέσα από τα μάτια του μικρού παιδιού, του εαυτου μας; Της τρυφερής μας ηλικίας; Χάθηκε για πάντα ή μήπως περιμένει κάπου μέσα μας κρυφά,παρακολουθώντας μας να μεγαλώνουμε;

Το τραγούδι θα το βρείτε διαθέσιμο εδώ:http://www.mediafire.com/?o824qkepx8p0qab

Παιχνιδιάρα σκέψη

ταξιδιάρα ψυχή

χτυποκάρδι του ανέμου

πινελιά στη σιωπή.

Πώς γεμίζεις το τώρα

και φωτίζεις το χτες

μη ρωτάς και προχώρα

δίχως άλλες πληγές.

Tο πιο όμορφο άνθος

μια γλυκιά μυρωδιά

το απέραντο πάθος

η ζεστή συντροφιά.

Kλείσε μέσα στα χέρια

του βυθού όλα τ’ άστρα

και στης άμμου τη θέρμη

χτίσε πέτρινα κάστρα.

Σε γυρεύω,σε ψάχνω

τ’ ουρανού ο χορός

σε φυλώ, σ’αγαπάω

ο τρελός.

Αφιερωμένο σε όλες εκείνες τις στιγμές ευτυχίας που ξεχνάμε με την πρώτη αφορμή.Απολαύστε το φλαμένγκο του Μανολο Σανλουκαρ με τίτλο Οραθιόν (= Προσευχή).

Θα το βρείτε διαθέσιμο εδώ: http://www.mediafire.com/?213ywqqmfvr49d8

Κρατησα τη Ζωη μου

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεββάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά• τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

Κράτησα τη ζωή μου,
κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς,
καμμιά φωτιά στην κορυφή τους• βραδυάζει.

Κράτησα τη ζωή μου• στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο τού περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν, μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή, βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά· μελανιασμένες λαγκαδιές• o χιονισμένος
κάμπος, ώς πέρα ο χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν,
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκκλήσια, μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,
δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ• ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των νερών
κάτω απ τον πάγο το χαμογέλιο τής θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι τής σιωπής.

(ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ -Β΄)

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού σ’ αγγίζει
στάλες βαρειές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου,
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή,
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει, δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν, εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο• τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια τών πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα τού ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή· κράτησα τη ζωή μου.

Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

Ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937.

Ολόκληρο εδώ.

Απόψε δεν έχει ποίημα.Έχει σκέψεις.Και πολλές από δαύτες.

Είναι ωραίο να βρίσκεσαι με τους δικούς σου ανθρώπους.Νιώθεις ζεστασιά, ηρεμία, οι σκιές φεύγουν και τη θέση τους παίρνουν το γέλιο και η ευχαρίστηση.Πόσοόμορφο αλήθεια μα και πόσο απλό συνάμα.Μέσα σε μια πληθώρα καλλιεργημένων υλικών αναγκών,αχρείαστων και ανάποδων έχουμε ξεχάσει όλα εκείνα που είναι σημαντικά.Επιτρέψτε μου λοιπόν να πω τα ακόλουθα.

Σ’ ευχαριστώ που ήσουν εκεί σήμερα.Σ’ευχαριστω που είσαι εκεί κάθε μέρα, όποτε σε χρειαστώ. Σ’ευχαριστω που κάθεσαι απέναντι μου, που μ’ακούς να μιλάω, που μου μιλάς. Σ’ευχαριστώ που με βοηθάς να σηκώσω το δικό μου Σταυρό.

Που πίνεις τον καφέ σου μαζί μου και μου λες πόσο σου αρέσει η μουσική που παίζει.Που κοιτάς έξω κι απολαμβάνεις τη θέα, που μου δίνεις τη χαρά να σε βλέπω να τα κάνεις όλα αυτά.

Σ’ευχαριστώ για όλα όσα έχεις κάνει για μένα, για όσα κάνεις και για όσα θα κάνεις,γι’ αυτά που δεν ξέρεις και δε θα μάθεις ποτέ.Σ’ευχαριστώ που είσαι εσύ και με κάνεις να είμαι εγώ.

Τρυφερή μου μητέρα,δυνατέ μου πατέρα,πολυαγαπημένε μου αδερφέ και κορίτσι της ζωής μου…σας ευχαριστώ.

Τραγουδάκι: Morcheeba – «Enjoy the Ride»

Για σενα…

Στης αγάπης τους δρόμους

μια ζεστή αγκαλιά,

ένα δάκρυ που σβήνει,

με φιλιά…

Σε κρατώ , με κρατάς

στου ανέμου τα χέρια

μες τα μάτια κοιτώ

τ’ ουρανού μου αστέρια.

Ανοιξιάτικο άνθος

ηλιαχτίδα γλυκιά της αυγής,

της ψυχής μου ελπίδα

που σε γνώρισα τόσο νωρίς.

Όνειρο ο κόσμος,

ανοιχτές οι πληγές,

θα μείνω κοντά σου

για χίλιες ζωές,

σ’αγαπώ…

Bon Jovi – «always»

Στο περιθωριο

Είδα ένα όνειρο

με κούρασε,με δίψασε

μου άφησε πληγές,

με πήρε, με ταξίδεψε

στου κόσμου τις ψυχές.

Ο τρόμος η λύπη

η θλίψη κι ο θυμός,

ντροπή κι ούτε στάλα αγάπης

αύριο ίσως να ‘ναι αλλιώς.

Μορφές παλεύουν

να κρατηθούν στη ζωή

για να υποφέρουν κι άλλο

στης μεγάλης εικόνας το πλάνο.

Το αντέχω, το αντέχεις

γυρνάμε κι οι δυο το κεφάλι απ’ την άλλη

τα βάσανά μας, τα όνειρά μας

οι ελπίδες, το μέλλον, όλα δικά μας.

Ένα βλέμμα,ένα αγκάθι στην καρδιά

γιατί να κοιτάξω

γιατί να με νοιάξει

θα μείνει, θα φωνάξει

σιωπηλά.

Θυμώνεις για λίγο

φοβάσαι, σου κρύβω

μια βρώμικη αλήθεια,

μια πνιγμένη απ’ τη μοναξιά ζωή,

αφού έχω νιώσει τον τρόμο

σου μιλώ με παραμύθια

για να αντέξεις την κραυγή της σιωπής του «δεν μπορω».

Το ψέμα σ’ ένα κόσμο

σκληρό, ανάποδο, ψυχρό

κρατά την καρδιά μου γλυκιά,

την ημέρα ζεστή και τους φόβους μακριά.

Ως πότε το δίπλα θα ‘ναι τρομακτικο,

η ανάγκη κι ο πόνος θα σε κάνουν μικρό;

Δίνεις ελπίδα,παίρνεις χαρά

μες τα μάτια ο χρόνος

του μικρού που κοιτά.

Τόλμησε το,  βοήθα

σκάψε μέσα, βαθιά

στης ψυχής τα σκοτάδια για χαμένα ιδανικά…

Queens of the Stone Age-«Mosquito Song»